9/1/18

Γιατί η Τουρκία σιωπά μπροστά στη συνεργασία Ρωσίας-YPG

Του Gönül Tol
Μετάφραση: Στέργιος Σεβαστιάν 
Russian General Alexander Kim, Russian Senate Foreign Relations Committee Vice President Dr. Ziyad El Sensebi, Cizire Foreign Relations Council Co-chair Ebdulkerim Umer and YPG Spokesperson Nuri Mehmud participated in the press statement. 13-11-2017
Ο Πρόεδρος της Τουρκίας Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν δεν χάνει ποτέ την ευκαιρία να στραφεί εναντίον των Ηνωμένων Πολιτειών για τη συνεργασία τους με τη συριακή κουρδική πολιτοφυλακή, το YPG (Ένωση Προστασίας του Λαού), έναν βασικό σύμμαχο των ΗΠΑ στον αγώνα κατά του ISIL. Σχεδόν καθημερινά, κατηγορεί την Ουάσινγκτον ότι «δίνει όπλα σε μια τρομοκρατική οργάνωση» και δηλώνει ότι η πολιτική των ΗΠΑ παραβιάζει την συνθήκη του ΝΑΤΟ. Όταν ο Brett McGurk, ο αμερικανός αξιωματούχος αρμόδιος για το συντονισμό του διεθνούς συνασπισμού κατά του ISIL, επισκέφθηκε τα μέλη του YPG στη συριακή πόλη Kobane και πόζαρε στις κάμερες με τους Κούρδους διοικητές, ο Ερντογάν ζήτησε από τις Ηνωμένες Πολιτείες να «διαλέξουν μεταξύ ημών ή των τρομοκρατών». Ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών δήλωσε ότι πρέπει να καρατομηθεί, ενώ οι φιλοκυβερνητικοί αρθρογράφοι ζήτησαν την κράτηση του.

Αλλά όταν πρόκειται για τη ρωσική υποστήριξη στο YPG, η Άγκυρα παραμένει σιωπηλή. Ούτε ο Ερντογάν, ούτε άλλοι ανώτατοι αξιωματούχοι του κυβερνώντος κόμματος είπαν έστω μια λέξη όταν ο ρώσος διοικητής στη στρατιωτική βάση Hmeimim και ο εκπρόσωπος του YPG εμφανίστηκαν μπροστά στις κάμερες και έκαναν κοινή δήλωση Τύπου. Ο ρώσος διοικητής δήλωσε ότι διεξάγει κοινή επιχείρηση εναντίον του ISIL στην ανατολική πόλη Deir ez-Zor. Τα ρωσικά αεροπλάνα παρείχαν κάλυψη από αέρος στο YPG, ενώ οι κουρδικές δυνάμεις προστάτευαν τις ρωσικές δυνάμεις στην ανατολική πλευρά του Ευφράτη.
Η σιωπηλή αντίδραση της Τουρκίας στη συνεργασία της Ρωσίας με το YPG καταδεικνύει μια άβολη αλήθεια για το κυβερνών κόμμα του AKP: η Άγκυρα είναι ιστορικά ευάλωτη στη κουρδική πολιτική της Ρωσίας. Στο παρελθόν, είχε τη δύναμη να κρατήσει τη Μόσχα υπό έλεγχο. Αλλά σήμερα, τα χέρια της Άγκυρας είναι δεμένα. Η Τουρκία δεν έχει κανένα μοχλό πίεασης για να στρέψει τη Ρωσία μακριά από τη συνεργασία της με τον μεγάλο εχθρό της. Η Άγκυρα μπορεί να ελπίζει ότι η Μόσχα θα εγκαταλείψει τους Κούρδους, καθώς η εκστρατεία εναντίον του ISIL αρχίζει να ολοκληρώνεται. Ωστόσο, η εταιρική σχέση μεταξύ Ρώσσων και Κούρδων έχει βαθιές ρίζες που ξεκινούν από τις αρχές του περασμένου αιώνα και μπορεί να διαρκέσουν περισσότερο από ότι επιθυμεί η Τουρκία. Καθώς η αμερικανική ισχύς στην περιοχή είναι αισθητά σε υποχώρηση, η Ρωσία προσπαθεί να γεμίσει το κενό. Στους περιφερειακούς υπολογισμούς της Μόσχας, οι Κούρδοι μπορεί να αποδειχθούν κάτι περισσότερο από σπουδαίοι μαχητές. Θα μπορούσαν να παρέχουν έναν επιπλέον μοχλό ισχύος στο Κρεμλίνο.

Οι βαθιά ριζωμένες σχέσεις της Ρωσίας με τους Κούρδους

Οι Κούρδοι διαδραμάτισαν ιστορικά σημαντικό ρόλο στις προσπάθειες της Ρωσίας να ασκήσει την επιρροή της στη Μέση Ανατολή. Κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, η Σοβιετική Ένωση χρησιμοποίησε τους Κούρδους για να παρακάμψει τη στρατηγική ανάσχεσης της Αμερικής στην περιοχή.
Λίγο μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, η Μόσχα υποστήριξε τη δημιουργία της Κουρδικής Δημοκρατίας του Μαχαμπάντ στο ιρανικό Κουρδιστάν, για να αυξήσει την επιρροή της στην περιοχή. Αφού ο ιρανικός στρατός κατέστρεψε τις κουρδικές δυνάμεις, οι μαχητές με επικεφαλής τον Μουσταφά Μπαρζάνι κατέφυγαν στη Σοβιετική Ένωση.
Στο Ιράκ, η Μόσχα χρησιμοποίησε τους Κούρδους ως ατού, όχι μόνο εναντίον της Ουάσινγκτον, αλλά και εναντίον της Βαγδάτης. Οι Σοβιετικοί υποστήριξαν τα κουρδικά αιτήματα για εθνική αυτονομία. Καθ 'όλη τη δεκαετία του 1950, όταν η Μόσχα είχε έναν αντίπαλο στη Βαγδάτη, αυτή η στήριξη έγινε μοχλός για να κρατήσει υπό έλεγχο την κεντρική κυβέρνηση. Αλλά ακόμη και στην περίπτωση των φιλοσοβιετικών κυβερνήσεων που ακολούθησαν την επανάσταση του 1958, η Μόσχα ήθελε να διατηρήσει το κουρδικό χαρτί της. Στη δεκαετία του 1960, η Μόσχα ηγήθηκε διεθνών προσπαθειών από τα Ηνωμένα Έθνη να κατηγορηθεί το Ιράκ για τη διεξαγωγή γενοκτονικού πολέμου κατά των Κούρδων. Το 1970, η Μόσχα μεσολάβησε μεταξύ της Βαγδάτης και των Κούρδων για να υπογραφεί μια ειρηνευτική συμφωνία, η οποία προέβλεπε την αυτονομία των Ιρακινών Κούρδων. Μετά το 1973, όταν οι Κούρδοι υιοθέτησαν μια ανοιχτά φιλοδυτική στάση λόγω των αυξανόμενων δεσμών μεταξύ της ιρακινής και της σοβιετικής κυβέρνησης, οι Σοβιετικοί στήριξαν τον πόλεμο της Βαγδάτης κατά των Κούρδων, κάτι που δημιούργησε ζήτηση για σοβιετικά όπλα. Ανεξάρτητα από το προς τα που έκλιναν, οι Κούρδοι χρησίμευαν ως μοχλός πίεσης της Μόσχας στη Βαγδάτη.
Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, η Σοβιετική Ένωση δημιούργησε στενές σχέσεις και με τους Κούρδους της Τουρκίας. Στη δεκαετία του 1970, το Κουρδικό Εργατικό Κόμμα (PKK) ιδρύθηκε ως μαρξιστική-λενινιστική και κουρδική εθνικιστική οργάνωση. Τα έργα του Βλαντιμίρ Λένιν και του Ιωσήφ Στάλιν έγιναν «οι κυριότερες, αν όχι οι μοναδικές, ιδεολογικές πηγές των υποθέσεων, πεποιθήσεων και αξιών του ΡΚΚ». Μετά την εκτεταμένη καταστολή που ακολούθησε το στρατιωτικό πραξικόπημα του 1980 στην Τουρκία, πολλά μέλη του ΡΚΚ εγκατέλειψαν τη χώρα για τη Συρία, έναν στενό σοβιετικό σύμμαχο, όπου έτυχαν σημαντικής υποστήριξης από το καθεστώς Χάφεζ αλ-Άσαντ. Η Μόσχα παρείχε υλική υποστήριξη και εκπαίδευση μέσω των πληρεξουσίων της, αλλά η πολιτική υποστήριξη προς το ΡΚΚ ήταν δημόσια.
Μετά τον Ψυχρό Πόλεμο, η Ρωσία κράτησε τους Κούρδους ως ατού, για να ασκεί πίεση στην Τουρκία. Σε μια προσπάθεια να κλείσει το αυξανόμενο εξωτερικό εμπορικό έλειμμα και να γεμίσει το κενό που απέμεινε από την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, η Τουρκία επιδίωξε να καλλιεργήσει στενότερους δεσμούς με τις νέες δημοκρατίες στο κατώφλι της Ρωσίας. Για να περιορίσει την επιρροή της Τουρκίας, η Μόσχα έπαιξε το κουρδικό χαρτί. Η δεκαετία του 1990 σηματοδοτήθηκε από την ένταση του πολέμου της Τουρκίας κατά του ΡΚΚ, το οποίο διεξήγαγε αντάρτικο εναντίον του τουρκικού κράτους από τη δεκαετία του '80.
Για να ασκήσει πιέσεις στην Τουρκία, στα μέσα της δεκαετίας του 1990, η Ρωσία εξέτασε την ίδρυση ενός εξόριστου Κουρδικού κοινοβουλίου στη Μόσχα. Το 1995 και το 1996, η Μόσχα πραγματοποίησε πολλές διεθνείς διασκέψεις με οργανώσεις κοντά στο ΡΚΚ. Τα τουρκικά μέσα ενημέρωσης δημοσίευσαν αναφορές ακόμη και ότι το ΡΚΚ δημιούργησε στρατόπεδο στη Μόσχα, όπου οι μαχητές ελάμβαναν στρατιωτική εκπαίδευση.
Η Τουρκία απάντησε σε είδος. Κατά τη διάρκεια αυτών των ετών, η Ρωσία διεξήγαγε τον δικό της σκληρό πόλεμο εναντίον της Τσετσενίας. Στις αρχές της δεκαετίας του 1990, μετά την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης, οι αυτονομιστές στη νεοσύστατη Ρωσική Ομοσπονδία της Τσετσενίας ξεκίνησαν μία συντονισμένη εκστρατεία ανεξαρτησίας, η οποία οδήγησε σε δύο αιματηρούς πολέμους. Η Ρωσία αντιτάχθηκε στην ανεξαρτησία της Τσετσενίας, υποστηρίζοντας ότι η Τσετσενία ήταν μέρος της Ρωσίας.
Οι Τσετσένοι απολάμβαναν ισχυρής υποστήριξης στην Τουρκία. Κατά τη διάρκεια του πρώτου τσετσενικού πολέμου που ξεκίνησε το 1994, η Τουρκία φιλοξένησε εξόριστους Τσετσένους στρατιωτικούς ηγέτες. Οι Τούρκοι δήμαρχοι που ήταν μέλη του Ισλαμικού Κόμματος Πρόνοιας παρείχαν ιατρική βοήθεια στους τσετσένους αντάρτες. Έγιναν ακόμη και εκκλήσεις εντός των ισλαμιστικών και εθνικιστικών κύκλων της Τουρκίας για στρατιωτική επέμβαση στην Τσετσενία προς υποστήριξη του πολέμου ανεξαρτησίας τους. Τόσο τα Τουρκικά ΜΜΕ, όσο και οι Ρώσοι αξιωματούχοι ισχυρίστηκαν ότι η Τουρκία διοχέτευε κεφάλαια και στρατιωτική βοήθεια στην Τσετσενία μέσω των τσετσενικών οργανώσεων της Τουρκίας. Η πιο αξιοσημείωτη ήταν ο Σύνδεσμος Αλληλεγγύης Τσετσενίας-Καυκάσου, ο οποίος σύμφωνα με αναφορές είχε περίπου 10.000 μέλη στην Τουρκία. Ρώσοι αξιωματούχοι ζήτησαν επανειλημμένα από την τουρκική κυβέρνηση να κλείσει τις οργανώσεις αυτές και να σταματήσει να στέλνει εθελοντές και όπλα στους Τσετσένους.
Αυτό κατέληξε σε ένα πρωτόκολλο για την «πρόληψη της τρομοκρατίας» το 1995. Η Ρωσία συμφώνησε να μην επιτρέψει στο ΡΚΚ να ιδρύσει οργανώσεις στη Ρωσία. Σε αντάλλαγμα, η Τουρκία υποσχέθηκε ότι δεν θα υποστηρίξει τον σκοπό των Τσετσένων. Παρά τη συμφωνία, η δυσπιστία παρέμεινε στις διμερείς σχέσεις.
Η Μόσχα και η Άγκυρα αποφάσισαν να ανοίξουν ένα νέο κεφάλαιο στους δεσμούς τους στις αρχές του αιώνα. Το 2005, ο Ερντογάν και ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντιμίρ Πούτιν συναντήθηκαν στο ρωσικό θέρετρο του Σότσι της Μαύρης Θάλασσας και κατέληξαν σε συμφωνία για να υποστηρίξουν τις θέσεις των δύο για την Τσετσενία και τους Κούρδους. Για λίγο καιρό, οι τριβές πάνω στο κουρδικό ζήτημα φαινόταν να διαλύονται.

Η συριακή σύγκρουση επαναφέρει το κουρδικό ζήτημα

Μετά την έναρξη της συριακής σύγκρουσης, ωστόσο, το κουρδικό ζήτημα επανεμφανίστηκε στις σχέσεις της Τουρκίας με τη Ρωσία. Αφού η Τουρκία κατέρριψε ρωσικό στρατιωτικό αεροσκάφος για παραβίαση του εναέριου χώρου της, η Μόσχα παρέδωσε όπλα στο YPG στη δυτική Συρία. Τον Φεβρουάριο του 2016, στη Μόσχα εγκαταστάθηκε μια συριακή κουρδική διπλωματική αποστολή. Τον Μάρτιο του 2017, υπήρξαν αναφορές ότι η Ρωσία οικοδομεί μια στρατιωτική εγκατάσταση στο κουρδοκρατούμενο Αφρίν, όπου ρώσοι στρατιωτικοί σύμβουλοι θα εκπαιδεύουν τις κουρδικές δυνάμεις. Η κίνηση αυτή προκάλεσε ανησυχία στην Άγκυρα.
Η Ρωσία παρείχε επίσης διπλωματική υποστήριξη στους Κούρδους της Συρίας. Προς απογοήτευσιν της Τουρκίας, η Ρωσία πρότεινε νωρίτερα φέτος ένα σχέδιο συντάγματος, το οποίο περιελάμβανε την κουρδική αυτονομία. Πιο πρόσφατα, η Μόσχα αποφάσισε να καλέσει το Κόμμα Δημοκρατικής Ένωσης - τον πολιτικό βραχίονα του YPG - σε συνέδριο συριακών εθνοτικών ομάδων στο Σότσι και ανακοίνωσε ότι το κόμμα θα συμπεριληφθεί στις συνομιλίες της Αστάνα. Αυτές οι αποφάσεις έχουν γίνει αγκάθια στις διμερείς σχέσεις. Παρά τις αντιρρήσεις της Τουρκίας, οι ρώσοι αξιωματούχοι εξακολουθούν να υποστηρίζουν ότι το PYD πρέπει να βρίσκεται στο τραπέζι διαπραγματεύσεων για το μέλλον της Συρίας.
Για τη Μόσχα, η συνεργασία με το YPG παρέχει έναν μοχλό πολιτικής πίεσης στην Τουρκία και υποστηρίζει μια αποτελεσματική μαχητική δύναμη κατά του Ισλαμικού Κράτους, που αποτελεί βασικό ζήτημα ασφάλειας για τη Ρωσία. Αλλά, όπως και στο παρελθόν, οι Κούρδοι της περιοχής εξυπηρετούν έναν ευρύτερο σκοπό για την περιφερειακή πολιτική της Ρωσίας. Παρέχουν στη Μόσχα ένα δίαυλο επιρροής στη Μέση Ανατολή.
Για το σκοπό αυτό, η Ρωσία έχει επίσης προσεγγίσει τους Ιρακινούς Κούρδους. Ενώ η Ουάσινγκτον, οι ευρωπαϊκές χώρες, η Τουρκία και το Ιράν αντιτάχθηκαν σε μια κίνηση από τους Κούρδς του Ιράκ για τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος ανεξαρτησίας το Σεπτέμβριο, η Μόσχα δεν ζήτησε να ακυρωθεί η ψηφοφορία. Αντ 'αυτού, η Ρωσία ανακοίνωσε τις τελευταίες ενεργειακές της επενδύσεις στο ιρακινό Κουρδιστάν και έγινε ο κύριος χρηματοδότης των κουρδικών ενεργειακών συμφωνιών. Η κίνηση αυτή, όχι μόνο παρέχει στη Ρωσία επιρροή στην ιρακινή πολιτική, αλλά μπορεί επίσης να εδραιώσει τη Μόσχα σε μια αγορά την οποία η Τουρκία επιδιώκει να εκμεταλλευτεί για να μειώσει την ενεργειακή της εξάρτηση από τη Ρωσία.
Δεδομένου του ενδιαφέροντος της Ρωσίας να επαναφέρει την ισχύ της στην περιοχή, η Μόσχα είναι πιθανό να εμβαθύνει τους δεσμούς της με τους Κούρδους. Στην Άγκυρα, η προοπτική αυτή προκαλεί αναμνήσεις της δεκαετίας του 1990. Όπως και εκείνα τα χρόνια, το κουρδικό ζήτημα είναι η αχίλλειος πτέρνα της Τουρκίας. Αλλά αντίθετα από τότε, η Άγκυρα δεν έχει τη δύναμη να μετριάσει τις ενέργειες της Ρωσίας. Με έναν φιλορώσο Τσετσένο επικεφαλής, η Ρωσία δεν είναι τόσο ευάλωτη στο τσετσενικό εθνικιστικό κίνημα, αρνούμενη στην Τουρκία τον μοχλό πίεσης που είχε παλαιότερα.
Αυτό αφήνει την Τουρκία αδύναμη έναντι της Ρωσίας. Η μόνη διέξοδος είναι να επιστρέψει η Άγκυρα στις ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις με τους δικούς της Κούρδους. Αλλά αυτή είναι μια απίθανη προοπτική πριν από τις προεδρικές εκλογές του 2019. Ο Ερντογάν βασίζεται στους Τούρκους εθνικιστές, καθιστώντας την επιστροφή στις διαπραγματεύσεις με τους Κούρδς πολιτικά επικίνδυνες για τον Τούρκο πρόεδρο. Μέχρις ότου η Τουρκία επιλύσει το κουρδικό της ζήτημα, η Άγκυρα θα παραμείνει σιωπηλή σχετικά με το γεγονός ότι οι Ρώσοι θα υποστηρίζουν τους Κούρδους, ενώ θα κατηγορεί την Ουάσινγκτον ακριβώς για το ίδιο.

Ο Göl Tol είναι ο ιδρυτικός διευθυντής του Κέντρου Τουρκικών Σπουδών του Ινστιτούτου Μέσης Ανατολής. Είναι επίσης επικεφαλής καθηγητής στο Ινστιτούτο Μεσογειακών Σπουδών του Πανεπιστημίου George Washington. Προηγουμένως ήταν καθηγητής στο Κολλέγιο Διεθνών Υποθέσεων Ασφαλείας του Εθνικού Αμυντικού Πανεπιστημίου. Έχει γράψει εκτενώς για τις σχέσεις Τουρκίας-ΗΠΑ, την τουρκική εσωτερική πολιτική, την εξωτερική πολιτική και το κουρδικό ζήτημα.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Υφίσταται μετριασμός των σχολίων.